Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2007

Αλβανικές μεταναστεύσεις (συνέχεια)

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ – ΘΡΗΣΚΕΙΑ – ΕΞΑΣΤΙΣΜΟΣ & ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η πολιτική των αρχών, οι οικονομικές συνήθειες και ανάγκες, η οικολογία και η γεωμορφολογία ήταν μερικοί από τους παράγοντες που επηρέασαν την εγκατάστασή τους των πληθυσμών αυτών στα νέα εδάφη.

Ως νομαδικά και πολεμικά-ληστρικά φύλα χρειάζονταν ελεύθερες και ενιαίες εκτάσεις κατάλληλες για τις μετακινήσεις τους, καθώς οι δεσμοί τους με τη γη και τις «στατικές» δραστηριότητές τους ήταν πολύ χαλαροί, τουλάχιστον εκείνη την εποχή. Σε αντίθεση με τους ελληνικούς πληθυσμούς που είχαν κάποια έστω στοιχειώδη βιοτεχνία, οι αλβανικοί πληθυσμοί ήταν ολοκληρωτικά αγροτικού χαρακτήρα.

Εξαιτίας του γεγονότος ότι το αγροτικό σύστημα της χώρας είχε υποβαθμιστεί, τα αγροτικά προϊόντα σπάνιζαν μονίμως. Εφόσον οι Αλβανοί ήταν κυρίως νομάδες κτηνοτρόφοι, υποθέτουμε ότι η έλλειψη αγροτικών προϊόντων τούς ανάγκασε να ασχοληθούν με τη γεωργία. Αλλιώς θα ήταν υποχρεωμένοι να τα προμηθεύονται με αντάλλαγμα τα ζώα τους, πράγμα που θα σήμαινε «άνιση ανταλλαγή» (αν και αυτός ο όρος αποτελεί αναχρονισμό), οικονομικά επιζήμια για την ομάδα. Είναι δε ιδιαζόντως παράδοξος ο βρόγχος των οικονομικών σχέσεων που δημιουργούσαν οι συνθήκες: οι οικονομικές συνθήκες τους οδηγούσαν σε μετακίνηση, κατόπιν η μετακίνηση έφερνε επάρκεια και από κει οδηγούνταν σε γεωργικές δραστηριότητες[46] και, κατά συνέπεια, στη μόνιμη εγκατάσταση.

Ο Σπ. Ασδραχάς συμπεραίνει μετά από εξέταση φορολογικών καταστίχων ότι το εισόδημα της αλβανικής οικογένειας από τη γεωργία θα πρέπει να ήταν αισθητά χαμηλότερο από της ελληνικής[47] . Κάτι τέτοιο συνεπάγεται το δευτερεύοντα ρόλο των γεωργικών δραστηριοτήτων των Αλβανών, χαμηλό βαθμό ένταξης τους στο αγροτικό σύστημα της χώρας και, βέβαια, τον προσωρινό χαρακτήρα των οικισμών τους. Η εγκατάστασή τους στη Θεσσαλία τους έδωσε τη δυνατότητα να μετατραπούν σταδιακά από νομάδες σε ημινομάδες και μετακινούμενους κτηνοτρόφους.

Ο χρονογράφος των Τόκκων τους χαρακτηρίζει «χοιροβοσκούς», ένας χαρακτηρισμός που «παραπέμπει στο βελανίδι κι επομένως σε κτηνοτροφία που χρειαζόταν σκληρή τροφή, προφανώς αιγοπροβατοτροφία»[48]. Πρόκειται δηλαδή, για εξαιρετικά άπορους ποιμένες, οι οποίοι συνήθιζαν να μετακινούνται διαρκώς καθώς βασίζονταν για την επιβίωσή τους στην υποτυπώδη κτηνοτροφία τους. Η Ψιμούλη τους περιγράφει ως εξής: «φτωχοί ημινομάδες, θέριζαν τον τόπο απ’ όπου πέρναγαν, εξαντλούσαν τα πάντα και συνέχιζαν τη μετακίνηση. Η εξάρτηση τους άλλωστε ως ημινομάδων από τα γεωργικά προϊόντα προκαλούσε τη λεηλασία της καλλιεργημένης γης γύρω από τις οχυρές πόλεις[49] , στερώντας τις τελευταίες από τα παραγωγικά τους αγαθά»[50].

Αναφορικά, τώρα, με την οικονομική και επαγγελματική σύνθεση του αλβανικού στοιχείου μπορούμε να πάρουμε ως παράδειγμα τους αλβανικούς πληθυσμούς που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία και Ραγούζα: το 14ο-15ο οι Αλβανοί είναι ναυτικοί, φουρνάρηδες, ξυλουργοί, ράφτες και κυρίως υπηρέτες (famuli, fanti, fanteleschi)[51], όταν δε δεσμεύονται από αυστηρότατα συμβόλαια μαθητείας ή δε χρησιμοποιούνται από το ίδιο το Κράτος για την εκτέλεση των πιο «βάναυσων» εργασιών που συχνά είναι επικίνδυνες, όπως π.χ. του ταχυδρόμου[52]. Όμως η ανάπτυξη είναι ραγδαία: η αλβανική παροικία της Βενετίας στα 1504 είναι αρκετά πλούσια, ώστε να έχει τη δυνατότητα να αναθέτει στον Carpaccio τη διακόσμηση της αίθουσας συνεδριάσεων της σκόλας[53] τους.

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε ότι σε εκείνον τον κόσμο, του φθίνοντα μεσαίωνα, η θρησκεία[54] και η γλωσσική πλαισίωση παραμένουν όροι απαραίτητοι για την προσαρμογή του πληθυσμού που μετανάστευσε στη χώρα υποδοχής.

Στην Ιταλική χερσόνησο οι Αλβανοί (όπως και οι Σλάβοι) είναι όλοι τους Δαλματοί ή άτομα που ήλθαν από την κεντρική και βόρεια Αλβανία, ζώνες που είχαν γίνει εξολοκλήρου καθολικές από τις αρχές του 14ουαι. Πρόκειται λοιπόν για μετανάστες οι οποίοι, όπου κι αν πάνε, δε φοβούνται καθόλου τη θρησκευτική απομόνωση στη δύση - κάτι που δεν απέφυγαν οι ορθόδοξοι Έλληνες[55] . Τη μετανάστευση προς την Ιταλία δεν θα αποφύγουν και πολλοί αλβανοί κληρικοί, οι οποίοι μαζί με φραγκισκανούς, δομινικανούς κτλ ιερείς, κατά τα χρόνια της οθωμανικής κατάκτησης της Αλβανίας, θα εκδιωχθούν ή θα αναγκαστούν να μετακινηθούν, καθώς θεωρούνται από τους Τούρκους συνεργαζόμενοι με τον εχθρό[56] .

Επομένως, η θρησκεία, σε συνδυασμό με τη γλωσσική προσέγγιση αποτελούν στοιχεία σημαντικά για την εξώθηση σε μετανάστευση και για την δυνατότητα προσαρμογής στους νέους τόπους. Ειδικά ως προς το δεύτερο, ας μην ξεχνάμε ότι σπάνια υπάρχει μνεία για διερμηνείς της αλβανικής γλώσσας, πράγμα που πρέπει να μας λέει πολλά για τις πιθανότητες προσαρμογής των Αλβανών εποίκων στο νέο περιβάλλον[57]. Συνεπώς, λιγότερο καλοί υποψήφιοι για μετανάστευση ήταν οι ορθόδοξοι Έλληνες, οι οποίοι τόσο γλωσσικά όσο και θρησκευτικά ένιωθαν «ξένοι» προς τους «λατίνους» και δεν είχαν κανένα λόγο να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, στις οποίες καθοδηγούνταν από τους πνευματικούς τους ποιμενάρχες. Αντιθέτως, οι Αλβανοί και οι Δαλματοί, εγκαταλειμμένοι καθώς ήταν στην πατρίδα τους από τους θρησκευτικούς τους ταγούς, ήταν πιο εύκολο γι’ αυτούς να ενσωματωθούν σε ένα ξένο πολιτισμικό περιβάλλον που τους ήταν όμως ταυτόχρονα και οικείο.

Στην ελλαδική χερσόνησο, στις αρχές του 14ου αιώνα, οι παράκτιες περιοχές είχαν προσηλυτιστεί στον καθολικισμό ενώ οι φατρίες που κατοικούσαν στα ορεινά παρέμεναν πιστές στην ορθοδοξία.

Σχετικά με τη θρησκευτική νοοτροπία της αλβανικής αριστοκρατίας αξίζει να αναφέρουμε το εξής σημαντικό στοιχείο: το 1390 ο Εβρενός Μπέης, περνώντας από την Άρτα καθ’ οδόν προς τα Ιωάννινα, δέχεται την υποταγή του Γκιν Μπούα Σπάτα και παίρνει ως αιχμάλωτο τον εγγονό του, ο οποίος αργότερα εμφανίζεται στις πηγές με το όνομα Γιακούμπ[58]. Η μετονομασία αυτή υποδηλώνει τον εξισλαμισμό του εγγονού και την ένταξή του στο σύστημα των gulam[59]. Ο Η. Ιnalcic αναφέρει ότι στις αρχές του 15ου αιώνα οι περισσότεροι αλβανοί ηγεμόνες είχαν στείλει, ως υποτελείς, τα παιδιά τους στην αυλή του σουλτάνου, όπου ανατρέφονταν ως πραγματικοί Οθωμανοί. Γίνονταν έτσι, σκλάβοι, “Kul” του σουλτάνου και αναλάμβαναν σημαντικές θέσεις στο στρατό και τη διοίκηση. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι η εφαρμογή του συστήματος των gulam «εξοθωμάνιζε», κατά κάποιο τρόπο, την αλβανική αριστοκρατία.

ΔΙΚΤΥΑ

Σχετικά με τα δίκτυα το μόνο που μπορούμε να αναφέρουμε, καθώς οι πηγές τις εποχής είναι πολύ πενιχρές σχετικά με τέτοια «σύγχρονα» ζητήματα, είναι κατά την άφιξή τους στην Ιταλία πολλοί μετανάστες δε γνωρίζουν ούτε ιταλικά, ούτε λατινικά. Έτσι, είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν στις υπηρεσίες ενός διερμηνέα, ο οποίος είναι συνήθως μέλος της οικογένειας το οποίο είχε εγκατασταθεί παλαιότερα. Τέτοιες μαρτυρίες δείχνουν ότι, καθ’ ομοίωση των συγχρόνων μας μεταναστών, οι οικογένειες στέλνουν στο μέτωπο πραγματικούς ανιχνευτές - ιχνηλάτες που τους προλειαίνουν το έδαφος και τους κάνουν να έρθουν την καταλληλότερη στιγμή[60].

ΈΝΝΟΙΑ «ΞΕΝΟΥ»: ΕΞΑΣΤΙΣΜΟΣ – ΕΝΤΑΞΗ – ΑΦΟΜΟΙΩΣΗ

Στην Ιταλία οι Αλβανοί μετανάστες αντιμετωπίζουν διττή μεταχείριση. Στις Marche και στην βόρεια Ιταλία οι αλβανοί θα πετύχουν αρκετά εύκολα την ένταξή τους στην αγροτική παραγωγή και εκμετάλλευση και στην αστική βιοτεχνία, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποκτήσουν, πράγμα όχι ιδιαίτερα σύνηθες, το δικαίωμα του πολίτη. Παράλληλα, σε πόλεις όπως το Rimini, η Brescia, το Bergamo οι Αλβανοί είναι συνήθως ταχυδρόμοι, στρατιώτες και αρκετά συχνά οι έμπιστοι του πρίγκιπα. Αντίθετα, στις περιοχές του Fano και του Pesaro, η καταπιεστική πολιτική των Malatesta τους μετατρέπει ή μάλλον τους διατηρεί σε έναν κατώτερο αστικό πληθυσμό[61].

Για έξω λοιπόν από την περιοχή των Βαλκανίων τα αρχεία τονίζουν την εξαθλίωση των Αλβανών μεταναστών. Για τη νοοτροπία ενός Βενετού του 15ου αιώνα, και μόνο το όνομα «Αλβανός» σημαίνει μία κοινωνική στάθμη ιδιαιτέρως χαμηλή: τον Ιούλιο του 1461 κάποιος Carlo da Venezia πέτυχε να καταδικαστεί σε πρόστιμο 2 λιβρών ένα άτομο που θεωρούσε ότι είχε προσβάλει βάναυσα τη γυναίκα του, απευθύνοντάς της τη βαριά ύβρη «είσαι αλβανή»[62]. Πέραν, όμως, της κοινωνικής περιφρόνησης, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις Αλβανών που πέφτουν - κατάσταση ευρέως διαδεδομένη την εποχή εκείνη - θύματα ενός απάνθρωπου δουλεμπορίου.

Ο χρονογράφος του Χρονικού των Τόκκων υπογραμμίζει τη διαφορά αλβανών - ελλήνων:

«Επίστευσαν ‘ς τα Ιωάννινα είναι αρβανιτζέλια χοιροβοσκοί παρόμοιοι τους και να τους προσκυνήσουν

και κει ήσαν άρχοντες Ρωμαίοι,
στρατιώτες ανδρειωμένοι»[63] .

Ο Αλβανός της εποχής εκείνης, λοιπόν, παρουσιάζεται από το «Χρονικό των Τόκκων» ως μέλος μιας καθυστερημένης και πρωτόγονης κοινωνίας άπορων, ρακένδυτων και εξαθλιωμένων ανθρώπων, αμέτοχων οποιασδήποτε πολιτισμική εξέλιξης. Κατά την Ψιμούλη, - και αυτό είναι κάτι που αναφέραμε μιλώντας και για την οικονομία - «ο χαρακτηρισμός τους από τον χρονογράφο ως “χοιροβοσκών” παραπέμπει στο βελανίδι κι επομένως σε κτηνοτροφία που χρειαζόταν σκληρή τροφή, προφανώς αιγοπροβατοτροφία»[64].

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είδαμε, λοιπόν, ότι οι Αλβανοί κατά το 14ο και 15ο αιώνα, διείσδυσαν σταδιακά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, ως έμπειροι κτηνοτρόφοι – νομάδες, με πολύ καλή γνώση των στοιχείων εκείνων που θα τους έκαναν να επιλέξουν τους πλέον κατάλληλους τόπους για την άσκηση της βιοποριστικής τους εργασίας. Υποχρεωμένοι από τις σκληρές συνθήκες σε διαρκή αναζήτηση ιδεωδών βοσκοτόπων, ακόμη και σε μέρη που δεν ευνοούσαν τις δραστηριότητές τους, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις εκείνες που, σε συνδυασμό με την ενασχόλησή τους με πολεμικές δραστηριότητες - για λόγους άμυνας -, συνέβαλαν στη δημιουργία μικρών χωριών διάσπαρτων στον ελλαδικό χώρο. Μία δομή που - σύμφωνα με τον Παναγιωτόπουλο - «χρονολογείται από το 15ο αιώνα» και της οποίας κοινωνικο-οικονομικοί συντελεστές υπήρξαν οι αλβανοί μετανάστες[65]. Ειδικά για την Πελοπόννησο, ο Παναγιωτόπουλος δεν κρύβει τον εντυπωσιασμό του για την τεράστια διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην εικόνα των 12.000 ψυχών που σταθμεύουν μαζικά στον Ισθμό, έτοιμοι να μπουν στη χερσόνησο, με την εικόνα που συναντούμε λίγες δεκαετίες αργότερα «με έναν αλβανικό πληθυσμό διάσπαρτο και κατακερματισμένο»[66] και σε μεγάλο βαθμό αφομοιωμένο ή μάλλον προσαρμοσμένο στο νέο περιβάλλον.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι αφενός μεν η κατά φύλα οργάνωσή τους (μία οργάνωση που τους επέτρεψε να κατέβουν ως ομάδες στον ελλαδικό χώρο) αφετέρου δε η εγκατάλειψη σταδιακά της ενδογαμίας θα τους κάνουν να αφομοιωθούν σε τέτοιο βαθμό κατά τους δύο τελευταίους προεπαναστικούς αιώνες, ώστε, όταν αυτή ξεσπάσει, να μην ξεχωρίζουν από τους Έλληνες.

Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι πάρα πολλοί από τους αγωνιστές της Επανάστασης του ’21 ήταν Αρβανίτες. Ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, ο Μιαούλης και η Μπουμπουλίνα αποτελούν τα λαμπρότερα, αλλά όχι τα μόνα, παραδείγματα[67]. Πολλοί μάλιστα, μιλούσαν με δυσκολία τα ελληνικά. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει - σε καμία περίπτωση - ότι δεν ήταν Έλληνες. Το αντίθετο, μάλιστα. Ήταν τόσο Έλληνες που μάχονταν με απαράμιλλο σθένος για την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, δίνοντας και τη ζωή τους ακόμα.

Επομένως, η ιστορία μας διδάσκει, και η ιστορία πάντοτε έχει κάτι να μας διδάξει, όταν δεν την αγνοούμε, ότι ένας λαός (στην περίπτωσή μας, ο ελληνικός λαός) που υποδέχεται πλήθη μεταναστών, χάρη στην αφομοιωτική δύναμή του, δεν έχει κανένα λόγο να νιώθει φόβο, ανασφάλεια ή μίσος για αυτούς τους «ξένους» που τόση αναστάτωση και τόσα προβλήματα δημιουργούν με την αναγκαστική μετακίνησή τους. Είδαμε, ότι όπως συμβαίνει και σήμερα, έτσι και τότε, σε κείνη τη μακρινή εποχή, ο ελλαδικός χώρος κατακλύστηκε από «ξένους», από «μετανάστες», από «διαφορετικούς». Ίσως μάλιστα σε εκείνη την εποχή τα πράγματα να ήταν πολύ πιο δύσκολα και οι συνθήκες πιο πιεστικές απ’ ότι είναι σήμερα.

Σήμερα, οι απόγονοι αυτών των «ξένων» είναι οι φίλοι μας, οι συγγενείς μας, οι ομοεθνείς μας, οι συμπατριώτες μας, πιθανόν εμείς οι ίδιοι. Κάποιος που φέρει το επώνυμο Λιάπης, Γκέκας, Κόλλιας είναι πολύ πιθανόν να κατάγεται από αυτούς τους «ξένους» του 14ου αιώνα. Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο άνθρωπος αυτός, πιστεύει ακράδαντα ότι είναι, και θέλει και οι άλλοι να πιστεύουν, ότι αυτός είναι Έλληνας. Διότι είναι Έλληνας! Όπως Έλληνας ήταν και ο μεγάλος μας Καραϊσκάκης και η μεγάλη μας Μπουμπουλίνα. Όπως Έλληνας θεωρεί ότι είναι και ο γράφων, ο οποίος φέρει ένα κατά τα φαινόμενα «ελληνικότατο» επώνυμο, μολονότι υπάρχουν απίστευτα πολλές πιθανότητες, ερευνώντας το γενεαλογικό του δέντρο, να ανακαλύψει ότι κατάγεται από κάποιον ρακένδυτο Αλβανό «πρόσφυγα» του 14ου αιώνα ή κάποιον Αλγερινό κουρσάρο του 16ου. Τις αλήθειες αυτές μας εμποδίζει να δούμε ο εξωφρενικός μύθος της «βιολογικής» συνέχειας ενός έθνους, της συνέχειας του «αίματος», που είναι εξόφθαλμα ψευδής. Για να είσαι Έλληνας, δε χρειάζεται να είσαι απευθείας απόγονος του Περικλή. Μπορεί να είσαι απευθείας απόγονος του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και να είσαι το ίδιο «Έλληνας» όπως όλοι οι άλλοι[68].

Ολοκληρώνοντας τις παραπάνω σκέψεις, ίσως το ακόλουθο χωρίο από τον Ducellier να είναι η ιδανική κατακλείδα:

«Έλληνες και Αλβανοί κατάφεραν, μέσα από αντιπαραθέσεις και συμβιβασμούς, να καταλήξουν σε μια κοινή ζωή, όπου συμφωνούσαν στα ουσιώδη. Και είναι, ίσως, αυτό ένα από τα πρώτα μαθήματα που μας δίδαξαν κατά τη διάρκεια της πιο σκοτεινής περιόδου της ιστορίας τους, εμποδίζοντάς μας να απελπιστούμε για τα σύγχρονα Βαλκάνια. Άλλο ένα μάθημα, που πρέπει να συλλογίζεται ιδιαίτερα ο ελληνικός λαός, όταν του συμβαίνει να αντιμάχεται την ιδέα ότι, κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του, πολλά ετερογενή στοιχεία συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σημερινής του οντότητας, είναι ότι, χωρίς να αλλοιωθεί ο προφανής ελληνικός χαρακτήρας του, αυτά τα μεταναστευτικά κύματα μπόρεσαν να χειραγωγηθούν και τελικά να ενσωματωθούν σ’ αυτόν χάρη στην εκπληκτική αφομοιωτική δύναμή του. Το γεγονός αυτό αποτελεί μία από τις ομοιότητές του με το γαλλικό λαό, ο οποίος στις μέρες μας τρομάζει υπερβολικά, καθώς βλέπει τόσους ξένους να συγκεντρώνονται στο έδαφός του»[69].

Κι αυτό, ασφαλώς, είναι ένα μήνυμα που θα πρέπει να προβληματίσει την ελληνική κοινωνία των αρχών του 21ου αιώνα.

Kώστας Πνευματικός

Υποσημειώσεις

  1. Ducellier, 1986, σελ. 24.
  2. Πούλος, 1950, σελ. 1-2.
  3. Εμφανίζονται στις βυζαντινές πηγές. Ως λαός γενικά υπάρχει από τα αρχαία χρόνια (μαρτυρείται σε κείμενα του Πτολεμαίου).
  4. Ducellier, 1986, σελ. 20.
  5. Πούλος, 1950, σελ. 7-8.
  6. Στις πηγές αναφέρονται ως Αλβανοί, Αρβανίτες, Αλβανίτες και Ιλλυριοί (Πούλος, 1950, σελ. 8). Το όνομα «Αλβανός» προέρχεται από τη λέξη «αλμπάν» (αλμπάνης στα ελληνικά, ναλμπάν στα τουρκικά) που σημαίνει πεταλωτής και γιατρός αλόγων (Μπίρης, 1998, σελ. 21). Οι Αλβανοί αυτοαποκαλούνται «Σκιπετάρ» και τη χώρα τους τη λένε «Σκιπερία» που σημαίνει «χώρα του αετού».
  7. Μπίρης, 1998, σελ. 26 -- Ducellier, 1994, σελ. 16.
  8. Σκουλίδας, 1998-1999, σελ. 278-279.
  9. Δε θα μας απασχολήσει, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, η συγκεκριμένη μετανάστευση.
  10. Ducellier, 1994, σελ. 13.
  11. ό.π., σελ. 15.
  12. ό.π., σελ. 18.
  13. Ειδικότερα, ο Τίτος Π. Γιοχάλας (Γιοχάλας, 1993, σελ. 10 κ.ε.) αναφέρει 3 μεταναστευτικές φάσεις προς την Ιταλία που είχαν ως αποτέλεσμα τη
    1. δημιουργία των ελληνικών και αλβανικών χωριών της Κ. Ιταλίας και Σικελίας:

1) Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και κυρίως τη λήξη της συμμετοχής του Σκεντέρμπεη (τον οποίο ο πάπας Κάλλιστος ΙΙΙ χαρακτήρισε «αήττητο στρατιώτη και αθλητή του Χριστού») στον αγώνα των Ναπολιτάνων εναντίον των Ανδεγαυών το 1461.

2) Με το θάνατο του Σκεντέρμπεη το 1468 και την κατάληψη της Κρόιας από τους Τούρκους (1478).

3) Και έχουμε και μία 3η φάση που αναφέρει ο Γιοχάλας - είναι αυτή που στο χάρτη 1 απεικονίζεται με διακεκομμένες παύλες και κουκίδες και συμπίπτει με την πέμπτη φάση της παρούσας μελέτης.

  1. Γιοχάλας, 1993, σελ. 10.
  2. Γεώργιος Καστριώτης ή Σκεντέρμπεης (όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι): Αλβανός ήρωας, γιος του Ιβάν Καστριώτη. Γεννήθηκε γύρω στα 1403 και πέθανε στα 1468. Πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην αυλή του σουλτάνου (για τον Σκεντέρμπεη βλ. Σούλης, 1980, σελ. 444-457 και Πούλος, 1950, σελ. 7).
  3. Γιοχάλας, 1993, σελ. 10.
  4. Κόλλιας, 1992, σελ. 200.
  5. Μπίρης , 1998, σελ. 53.
  6. Ducellier, 1994, σελ. 14. -- Παναγιωτόπουλος , 1985, σελ. 78 -- Κόλλιας, 1992, σελ.129.
  7. Ο Ι. Πούλος (1950, σελ. 14), αντίθετα θεωρεί πιθανότερο έτος εγκατάστασης των Αλβανικών φύλων στη Θεσσαλία, το 1315.
  8. Με τη γνώμη αυτή του Παναγιωτόπουλου (1985, σελ. 76) συμφωνεί και η Ψιμούλη (1995, σελ. 18), χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, το δρόμο αυτό «εξαιρετικά βατό».
  9. Σκουλίδας, 1998-1999, 282-283, Βακαλόπουλος, 1961-80, σελ. 28 κ.ε.. Ο ίδιος μελετητής αναφέρει ότι εκτός των δύο αυτών «οδών» υπάρχει και το από τα βυζαντινά χρόνια γνωστό πέρασμα Ζυγού - Μετσόβου, το οποίο προκάλεσε διχογνωμία στους ιστορικούς, για το αν, δηλαδή, χρησιμοποιήθηκε από τους Αλβανούς της Θεσσαλίας για να εισβάλλουν στην Ήπειρο και την Ακαρνανία ή από τους Αλβανούς της Ηπείρου για να εισδύσουν στη Θεσσαλία.
  10. Ducellier, 1986, σελ. 14 -- Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 78 -- Κόλλιας, 1992, σελ. 129.
  11. Πούλος, 1950, σελ. 13. -- Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 78.
  12. «Μεγάλη Βλαχία» ονομαζόταν λόγω του μεγάλου αριθμού Βλάχων που κατοικούσαν στην περιοχή. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι – σύμφωνα με τον Γ. Σούλη – οι επιμειξίες Αλβανών και Βλάχων ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο. Για τη «Μεγάλη Βλαχία» βλ. Σούλης, 1980, σελ. 109-117.
  13. Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 84.
  14. Σκουλίδας, 1998-99, σελ. 284 -- Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ.80.
  15. Δηλαδή, να εγκατασταθούν ως έποικοι με ειδικά προνόμια, π.χ. απαλλαγή φορολογίας για το πρώτο διάστημα κτλ.
  16. Σκουλίδας, 1998-1999, σελ. 284 -- Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 80 -- Βακαλόπουλος τ. Α, σελ. 30 κ.ε. -- Μπίρης , 1998, σελ. 89 -- Κόλλιας, 1992, σελ. 131.
  17. Μπίρης , 1998, σελ. 88.
  18. Πολύτιμες πληροφορίες για αυτό το θέμα μας παρέχει ο λόγος που συνέθεσε ο Μανουήλ Παλαιολόγος, σε μορφή επικήδειου, για τον αδερφό του Θεόδωρο. Για αυτό το έργο βλ. Σπ. Λάμπρος, «Μανουήλ Παλαιολόγου Λόγος επιτάφιος εις τον αυτάδελφον αυτού Δεσπότην πορφυρογέννητον κύρ Θεόδωρον», Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά 3, 1926. (από την παραπομπή αρ. 1 στο Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 81).
  19. Οι Σπ. Λάμπρος και Ι. Πούλος υιοθετούν την άποψη ότι η πρώτη παρουσία Αλβανών στην Πελοπόννησο, πρέπει να έλαβε χώρα κατά τα έτη της βασιλείας του Μανουήλ Καντακουζηνού, δηλαδή ανάμεσα στα έτη 1348-80 (Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 81).
  20. Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 88 -- Σκουλίδας, 1998-99, σελ. 286 -- Ψιμούλη, 1995, σελ. 43.
  21. Μπίρης, 1998, σελ. 55.
  22. Σπ. Λάμπρος, «Μανουήλ Παλαιολόγου Λόγος επιτάφιος εις τον αυτάδελφον αυτού Δεσπότην πορφυρογέννητον κύρ Θεόδωρον», Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά 2, 1926, σελ. 41-41 (από Κόλλιας, 1992, σελ. 131).
  23. Πρόκειται για τη σημερινή Αιτωλία. Το πριγκιπάτο αυτό θα διατηρηθεί μέχρι το 1405, οπότε και θα καταλυθεί από τον κόμητα της Κεφαλληνίας, Κάρολο Α΄ Tocco.
  24. Μπίρης, 41998, σελ. 23, 59 -- Ψιμούλη, 1995, σελ. 25.
  25. Τα αίτια αυτά αναφέρονται στο Σκουλίδας, 1998-1999, σελ. 278-280.
  26. Για το θέμα αυτό, της δημογραφικής ερήμωσης, βλ. Ε.Α.Μπιμπίκου «Ερημωμένα χωριά στην Ελλάδα» [επιμ. Σπ. Ασδραχάς]). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Παναγιωτόπουλος δε δέχεται την πανώλη ως αίτιο της πληθυσμικής αραίωσης (Ψιμούλη, 1995, σελ. 17).
  27. Για τις θεωρίες του Cvijić, αναφορικά με τα αίτια των αλβανικών μεταναστεύσεων βλ. Jovan Cvijić, La Péninsule Balkanique. Geographie Humaine, Paris 1918, σελ. 90-94 (από την παραπομπή 10 στο Σκουλίδας, 1998-1999, σελ. 279).
  28. Τη θεωρία αυτή του Cvijić, αμφισβητεί ως τρωτή ο Παναγιωτόπουλος, χαρακτηρίζοντάς την «αρχέτυπο, ιδιαίτερα προσφιλές στους γεωγράφους και τους ρομαντικούς ιστορικούς των Βαλκανίων του 19ου αιώνα» (Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 74).
  29. Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 72.
  30. ό.π., σελ. 69.
  31. Και σε αυτήν τη θεώρηση ο Παναγιωτόπουλος (1985, σελ. 69) εγείρει πολλές ενστάσεις, ιδιαίτερα ως προς την υπόθεση της «δημογραφικής έκρηξης».
  32. Μπίρης, 1998, σελ. 111 -- Κόλλιας, 1992, σελ. 131.
  33. Οι δεσπότες του Μορέως καλούν Αλβανούς στα εδάφη τους, όχι μόνο για να αναζωογονήσουν την κτηνοτροφία, αλλά και γιατί γνωρίζουν τη δεξιότητά τους στη γεωργία.
  34. Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 98-99.
  35. Ψιμούλη, 1995, σελ. 35.
  36. Τα Ιωάννινα για παράδειγμα, πολιορκημένα από τα αλβανικά φύλα των Σπάτα και των Μαλακασαίων, δε θα μπορέσουν να σοδιάσουν για 3 χρόνια. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα, οι κτήσεις του Καρόλου Tocco θα υποφέρουν διαρκώς από τις συνεχείς λεηλασίες και αρπαγές κοπαδιών. Για τη δεινή κατάσταση που επικρατούσε στις περιοχές αυτές βλ. Ψιμούλη, 1995, σελ. 36 --Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 79 -- Ducellier, 1994, σελ. 22.
  37. Ψιμούλη, 1995, σελ. 35-36.
  38. Ducellier, 1986, σελ. 34-35.
  39. Ο Ducellier (ο.π. σελ 34) αναφέρει εντυπωσιασμένος πόσοι πολλοί Αλβανοί εξασκούν το δύσκολο επάγγελμα του ταχυδρόμου στη Βενετία.
  40. Ducellier, 1986, σελ. 35.
  41. Είναι αυτονόητο ότι για εκείνες τις μακρινές εποχές, που χαρακτηρίζονται από το φαινόμενο της σπάνιδος δημογραφικών δεδομένων, είναι πολύ δύσκολο να βρει κανείς στοιχεία για τη θρησκευτική σύνθεση του πληθυσμού. Υπό τύπον παραλληλισμού και μόνον για να δώσουμε μία ενδεικτική εικόνα στον αναγνώστη, αξίζει να αναφέρουμε τη σύνθεση του εθνοτικού και θρησκευτικού χάρτη της σημερινής Αλβανίας (απογραφή 1993): επί συνόλου 3.422.000 κατοίκων, το 77% είναι Αλβανοί, το 20% Έλληνες, και ένα 4% λοιποί. Όσον αφορά δε, τη θρησκευτική σύνθεση, μετά από μισό περίπου αιώνα αθεϊκού κομμουνιστικού καθεστώτος, έχουμε: 70% μουσουλμάνους (από τους οποίους 55% σουνίτες και 15% μπεκτασίδες), 20% ορθοδόξους και 10% καθολικούς. Τα παραπάνω στοιχεία βρίσκονται στο: Ευστράτιος Χ. Ζεγκίνης, Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός. Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλκανικού Ισλάμ, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 369 - 378.
  42. Ducellier, 1986, σελ. 41.
  43. Και πάλι αντίθετα από τους ορθόδοξους Έλληνες καθώς, όπως τονίζει ο Ducellier, ο ορθόδοξος κλήρος σπανίως φεύγει μπροστά στους εισβολείς (ό.π., σελ. 42).
  44. Ο Ducellier (ο.π. σελ 42-43) αποδίδει αυτό το γεγονός στο ότι οι Αλβανοί είχαν πριν την μετακίνησή τους, μία, έστω στοιχειώδη, γνώση της ιταλικής γλώσσας.
  45. Ψιμούλη, 1995, σελ. 42.
  46. Gulam ή Kul ονομάζονταν οι αιχμάλωτοι πολέμου, οι οποίοι εξισλαμίζονταν και αποκαθιστούσαν σχέσεις προσωπικής αφοσίωσης στον κύριό τους. Ο θεσμός ανάγεται στην περίοδο της εξάπλωσης των Σελτζούκων, εποχή κατά την οποία ο όρος δήλωνε τους χριστιανούς που αναλάμβαναν θέσεις στο στρατό ή την ιεραρχία των Σελτζούκων.
  47. Ducellier, 1986, σελ. 36
  48. ό.π., σελ. 35.
  49. ό.π., σελ. 33.
  50. Ψιμούλη, 1995, σελ. 35.
  51. ό.π., σελ. 35-36.
  52. Παναγιωτόπουλος, 1985, σελ. 100.
  53. ό.π.
  54. Κόλλιας, 1992, σελ. 437 κ.ε.
  55. Καμιά φορά, ίσως και περισσότερο από όλους τους άλλους˙ όλους εμάς, δηλαδή, τους «γνήσιους» γηγενείς Έλληνες, που είχαμε το προνόμιο, το τυχαίο συμβάν της γέννησής μας να λάβει χώρα σε έδαφος που κάποια διεθνής συνθήκη έθεσε εντός της επικράτειας του επίσημου ελληνικού κράτους και όχι σε κάποια αλησμόνητη πατρίδα εκτός των συνόρων μας. Όπως για παράδειγμα οι Έλληνες Βορειοηπειρώτες που έχουν το διττό ατυχές προνόμιο να λοιδορούνται ως «Έλληνες» στην Αλβανία και ως «Αλβανοί» στην Ελλάδα. Κανείς όμως δε μπορεί να αμφισβητήσει ότι νιώθουν και είναι Έλληνες με όλη τη σημασία της λέξης.
  56. Ducellier, 1994, σελ. 50.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξάκης, Ε., Τα παιδιά της σιωπής. Οικογένεια, συγγένεια και γάμος στους Αρβανίτες της ΝΑ Αττικής – Λαυρεωτικής (1850 – 1940), Αθήνα 1996.

Βακαλόπουλος, Α., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. I – V, Θεσσαλονίκη 1961-1980.

Ducellier, A., «Δημογραφία, μεταναστεύσεις και πολιτισμικά σύνορα από τα τέλη του Μεσαίωνα στη νεώτερη εποχή», Τα Ιστορικά, τ. 3 (1986), σ. 19-44.

Ducellier, A., Οι Αλβανοί στην Ελλάδα (13ος – 15ος αι.). Η μετανάστευση μιας κοινότητας, μτφρ. Κατερίνα Νικολάου, Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 1994.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδ. Εκδοτικής Αθηνών Α.Ε., τ. Θ΄, Ι΄, ΙΑ΄. Αθήνα 1974.

Κόλλιας, Α., Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων. Ιστορική, λαογραφική, πολιτιστική, γλωσσολογική επισκόπηση, Αθήνα 1992.

Μπίρης, Κ. Η., Αρβανίτες. Οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, Αθήνα 1998.

Παναγιωτόπουλος, Β., Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου (13ος-18ος αιώνας), Ιστορικό Αρχείο. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1985.

Πούλος, Χ. Ι., Η εποίκησις των Αλβανών εις Κορινθίαν, Αθήνα 1950.

Ψιμούλη, Β., Σούλι και Σουλιώτες. Οικονομικά, κοινωνικά και δημογραφικά δεδομένα. Δακτυλογραφημένη διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1995.

Σκουλίδας, Γ. Η., «Μετοικεσίες αλβανόφωνων στον ελλαδικό χώρο». Ηπειρωτικά Χρονικά, τ. 33 (1998-1999), σ. 277 – 290.

Σούλης, Γ., Γεώργιος Σούλης (1927-1966). Ιστορικά μελετήματα. Βυζαντινά, Βαλκανικά, Νεοελληνικά. Αθήνα 1980.

Ζεγκίνης, Χ. Ευ., Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός. Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλκανικού Ισλάμ, έκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Live Traffic Map